Πόσο συνηθισμένοι είμαστε πλέον στο άκουσμα ενός βιασμού;

Γράφει η Μαρία Γράφα*

Ο βιασμός, λέξη αρσενικού γένους, λέξη που προκαλεί τρόμο, θυμό, ανησυχία, φόβο ακόμη και ντροπή. Το περιεχόμενο της περικλείει κάθε επιθετική συμπεριφορά που προκαλεί τραυματισμό, καταστροφή, ζημιά. Ο ορισμός της είναι απόλυτος, όπως και ο ίδιος. Δεν υπάρχει θετική και αρνητική σημασία της έννοιας, είναι πάντοτε αρνητική. Προβάλλεται διαρκώς από κάθε μέσο ενημέρωσης, ακούγεται από κάθε άνθρωπο. Έχεις αναρωτηθεί αν θα είσαι εσύ το επόμενο θύμα; Φοβάσαι;

Πανθομολογούμενο είναι ότι, ο βιασμός αποτελεί πλέον ένα κοινότοπο θέμα που απασχολεί εκατοντάδες αρθρογράφους, συγγραφείς, φοιτητές, απλούς ανθρώπους, εσένα και εμένα. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα που «αγγίζει» σημεία της ψυχής του ανθρώπου, ακόμη και αν δεν το έχει βιώσει και τον οδηγεί σε σκέψεις δημιουργώντας σενάρια και τοποθετώντας τον ίδιο του τον εαυτό να βιώνει αυτή την επώδυνη κατάσταση και να διερωτάται για το τι θα έκανε και αν θα το κατήγγειλε.

Ως επί το πλείστον, τέτοια περιστατικά αντιμετωπίζει το γυναικείο φύλο, για ποικίλους λόγους και αιτίες, οι οποίοι εντοπίζονται αποκλειστικά στον τρόπο σκέψης του θύτη. Ο τελευταίος, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί άνθρωπος, ωστόσο μπορούμε να τον αποκαλέσουμε νοητικά άρρωστο, αναίσθητο, και ψυχικά τρελό, καθώς κανένα συνειδητοποιημένο άτομο δεν θα μπορούσε να προβεί σε σκέψεις που οδηγούν στην πράξη του βιασμού. Έρευνες και στατιστικά μας δείχνουν την φρικτή πραγματικότητα, σύμφωνα με τα οποία 1 στις 5 γυναίκες πέφτουν θύμα ή απόπειρας βιασμού αλλά και 1 στις 3 γυναίκες θα δεχτεί σεξουαλική βία από τον σύντροφό της. Τα ποσοστά είναι υψηλά και η δραματικότητά τους δεν είναι πάντα από όλους κατανοητή. Η έλλειψη συνείδησης και επίγνωσης της κατάστασης συμπυκνώνεται σε μία και μόνο φράση-ερώτηση: «Τι φορούσε το θύμα τη στιγμή που βιάστηκε;». Θέτοντας αυτή την ερώτηση απευθείας υπερασπίζεσαι το θύτη και μειώνεις στο έπακρο το δίκιο του θύματος. 

Αξίζει να σημειωθεί πως το θύμα μετά το πέρας της αποτρόπαιης αυτής πράξης δεν συνιστά τον ίδιο άνθρωπο. Όλα έχει αλλάξει. Σαφώς και υπάρχουν περιπτώσεις ατόμων που το αντιμετωπίζουν με ηρεμία και ψυχραιμία, όμως αυτές αποτελούν σπάνιες εξαιρέσεις. Στις περισσότερες των περιπτώσεων πέραν των σωματικών τραυμάτων που τυχόν έχουν δημιουργηθεί λόγω της βιαιότητας και επιθετικότητας προς το πρόσωπο του θύματος, το τελευταίο έρχεται αντιμέτωπο με μια σειρά ψυχικών και ψυχολογικών συνεπειών. Ο φόβος, ο τρόμος, η ντροπή, η έλλειψης ηρεμίας, η διαρκής ταραχή και υπερένταση, το έντονο άγχος, η δυσπιστία, η αϋπνία κ.α., αποτελούν μερικά από τα προβλήματα- συναισθήματα που δυστυχώς αναγκάζεται να βιώσει και να καταπολεμήσει με όση δύναμη του έχει απομείνει. Βέβαια, δεν είναι σπάνιο το άτομο να αδυνατεί να το διαχειριστεί και να διατρέξει σε φορείς που μπορούν να του προσφέρουν ψυχολογική υποστήριξη. Και αν δεν καταφέρει να ξεπεράσει αυτό τον εφιάλτη που έζησε; Και αν επιλέξει τον αυτοτραυματισμό ή την αυτοκτονία; 

Γνωστό είναι ότι το θεσμικό πλαίσιο που μεριμνά για την υπεράσπιση των κακοποιημένων γυναικών υπάρχει, όμως δεν εφαρμόζεται πάντα, ούτε είναι το ίδιο προσβάσιμο. Εφόσον και αν το θύμα αποφασίσει να μιλήσει και να καταγγείλει το περιστατικό αυτομάτως υποβάλει τον εαυτό του σε μία σειρά ψυχοφθόρων αλλά και συγχρόνως βοηθητικών διαδικασιών προκειμένου να ξεκινήσει η έρευνα για την αναζήτηση του θύτη και έπειτα να του επιβληθεί η τιμωρία. Ο τρόπος που χρησιμοποιείται για την ιχνηλάτηση των αποδεικτικών στοιχείων πολλές φορές απωθεί το θύμα να αναφέρει το περιστατικό (μήνυση στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα, επιμονή του θύματος να εξεταστεί από ιατροδικαστή). Έτσι, σιωπά και επιλέγει να μην μιλήσει, αποφεύγοντας πιθανή ντροπή που θα ένιωθε σε ερωτήσεις των αρμόδιων, στην εξέταση του σώματος του αλλά και στο άκουσμα φράσεων του θύτη όπως: «Με προκάλεσε να την βιάσω», σε περίπτωση που η υπόθεση μεταφερόταν στο δικαστήριο. Πρέπει να τονιστεί πως η ντροπή αυτή βιώνεται από το λάθος άτομο. Η ντροπή ανήκει στο θύτη και αποκλειστικά σε αυτόν. Είναι ο μόνος που φταίει και αποτελεί υπαίτιο του προβλήματος, που ο ίδιος προξένησε.

Από την άλλη μεριά, η κοινωνία δυσχεραίνει την κατάσταση, αναπαράγοντας και διαιωνίζοντας έμφυλα στερεότυπα, τα οποία προωθούν προκαταλήψεις και συγκεκριμένες αντιλήψεις για την θέση και τον ρόλο των φύλων στην κοινωνία. Απότοκο αυτών των στερεοτύπων αποτελεί η έμφυλη βία, η οποία προέρχεται από την ιστορικά διαπιστωμένη ανισότητα μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας. Το γυναικείο φύλο καλείται να αντιμετωπίσει υποτιμητικά αλλά και χλευαστικά σχόλια, που προσβάλουν την αξιοπρέπεια του. Πέραν της λεκτικής μορφής αυτής της βίας, υπάρχει και η σωματική, η σεξουαλική, η οικονομική κ.α. Ωστόσο, έμφυλα στερεότυπα δημιουργούν και οι ίδιες οι γυναίκες. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε ακούσει μια μητέρα να απευθύνεται στην κόρη της λέγοντάς της: «Να σταυρώνεις τα πόδια σου όταν κάθεσαι, έτσι πρέπει να κάνουν οι γυναίκες». Παρόμοιες εκφράσεις αποτελούν οι παρακάτω: « Πέρασε η ηλικία σου, πότε θα κάνεις παιδιά;», «Πότε θα παντρευτείς;», «Μην μιλάς άσχημα, μην βρίζεις». Η δημιουργία όλων των απόψεων προέρχεται από εμάς τους ίδιους, καθώς αποτελούμε την κοινωνία και την διαμορφώνουμε. Εμείς οι ίδιοι αδιαφορούμε για την ψυχική υγεία του συνανθρώπου μας και γινόμαστε απάνθρωποι.  

Επομένως, χρήζει ανάγκης η υιοθέτηση νέων απόψεων και αντιλήψεων, οι οποίες κρίνεται απαραίτητο να διαχυθούν σε κάθε κοινωνία, και να διέπονται από την ισότητα, την ελευθερία, την δικαιοσύνη, τον σεβασμό, την αλληλεγγύη και από άλλες αξίες και ιδανικά. Μέχρι όμως να επέλθει αυτή η αλλαγή είναι ανάγκη να ακουστεί πως καμία γυναίκα δεν είναι μόνη και κανένα θύμα βιασμού αβοήθητο! 

Γραμμή στήριξης κατά της βίας των γυναικών: 15900

* Η Μαρία Γράφα είναι 19 ετών και φοιτά στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Γνωρίζει αγγλικά και διαβάζει λογοτεχνικά βιβλία. Είναι άτομο φιλομαθές, δραστήριο και ενημερωμένο καθώς παρακολουθεί την επικαιρότητα σε εθνική και διεθνή εμβέλεια, με ενδιαφέρον και προβληματισμό. Μέσω της αρθρογραφίας φιλοδοξεί να εξελιχθεί και να προκαλέσει τον εαυτό της σε νέα μονοπάτια, καθώς θεωρεί τον γραπτό λόγο έναν άμεσο τρόπο έκφρασης ιδεών και συναισθημάτων, που τον καθιστά ικανό να ευαισθητοποιεί τους αναγνώστες αλλά και να τους παρακινεί.